-Καὶ πραγματικὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πολλοὺς καὶ ἄλλους λόγους γιὰ τὴν Πολιτεία μας καὶ βγάζω τὸ συμπέρασμα, ὄτι ὠργανώναμε τὴν πόλι μας καλλίτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, καὶ τὸ λέγω αὐτὸ πρὸ πάντων ἅμα θυμηθῶ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴν ποίησι.
-Ποιά;
-Τὸ νὰ μὴ δεχθοῦμε μὲ κανέναν τρόπο τὸ μιμητικό της μέρος. Γιατί, νομίζω, τώρα ποὺ ξεχωρίσαμε τὰ διάφορα εἴδη τῆς ψυχῆς, φαίνεται καθαρώτερα πὼς περισσώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν.
-Πώς τὸ ἐννοεῖς αὐτό;
-Ἡ μίμησι εἶναι λέπρα στὴ διάνοια τῶν ἀκροατῶν ποὺ δὲν ἔχουν σἂν ἀντιφάρμακο τὴν ἀκριβῆ γνῶσι τοῦ τί εἶναι αὐτά.
-Κατὰ ποιόν τρόπο σκεπτόμενος φτάνεις σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα;
-Πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, ἂν καὶ μὲ ἐμποδίζει νὰ τὸ πῶ μιὰ φιλία καὶ σεβασμὸς πρὸς τὸν Ὅμηρο, ποὺ μὲ κατέχουν ἀπὸ μικρὸ παιδί. Γιατὶ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε πρῶτος δάσκαλος καὶ ἄρχηγὸς ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν τραγικῶν ποιητῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ προτιμᾷται ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὴν ἀλήθεια καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ πῶ αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ.
-Βεβαιότατα
[…]
Νὰ παραδεχθοῦμε λοιπόν, κάνοντας ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, ὅτι ὅλοι οἱ ποιηταὶ εἶναι ἁπλοὶ μιμηταὶ τῶν Εἰδώλων τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦν, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴν ἐγγίζουν καθόλου, καὶ εἶναι ὅπως ὁ ζωγράφος, ποὺ χωρὶς νὰ ξέρῃ τίποτε γιὰ τὴν τέχνη τοῦ σκυτοτόμου, θὰ κατασκευάσῃ ἕναν ποὺ νὰ φαίνεται πὼς εἶναι σκυτοτόμος.
-Τὰ ἴδια ἀντικείμενα φαίνονται καὶ καμπυλόγραμμα καὶ εὐθύγραμμα, ὅταν τὰ βλέπουμε μέσα στὸ νερό ἢ ἔξῳ ἀπ’ αὐτό, φαίνονται ἀκόμα καὶ μὲ προεξοχὲς καὶ μὲ βαθουλώματα, ἐξ αἰτίας ταῆς ἀπάτης ποὺ παθαίνει ἡ ὄρασι ὡς πρὸς τὰ χρώματα, καὶ εἶναι φανερὸ πὼς αὐτὴ ἡ ὀφθαλμαπάτη φέρνει μέσα στὴν ψυχή μας ταραχή. Αὐτὴ λοιπὸν τὴ φυσική μας ἀτέλεια χρησιμοποιεῖ ἡ σκιαγραφία, καὶ τόσο αὐτὴ ὅσο καὶ ἡ θαυματοποιΐα καὶ οἱ ἄλλες παρόμοιες τέχνες, δὲν ἀφίνουν καμμιὰ μαγεία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἐξασκήσουν εἰς βάρος μας.
-Ἀλήθεια.
-Τὸ μέτρημα ὅμως καὶ ἡ ἀρίθμησι καὶ τὸ ζύγισμα δὲν μᾶς ἐφάνηκαν οἱ πολυτιμότεροι βοηθοὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πλάνης, ὥστε νὰ μὴν ἐπικρατεῖ μέσα μας ἐκεῖνο ποὺ φαίνεται μεγαλύτερο ἢ μικρότερο ἢ περισσώτερο ἢ βαρύτερο ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ λογαριάζει καὶ μετράει καὶ ζυγίζει;
-Βεβαιότατα.
-Αὐτὸ ὅμως θἆναι δουλειὰ τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς μας.
-Ἀκριβῶς αὐτοῦ.
-Στὸ λογιστικὸ ὅμως αὐτὸ πολλὲς φορές, ἀφοῦ μετρήσῃ καὶ σημειώσῃ ὅτι μερικὰ πράγματα εἶναι μεγαλύτερα ἢ μικρότερα ἀπὸ ἄλλα ἢ ἴσα μεταξύ τους, φαίνονται τὰ ἴδια πράγματα τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ἀντίθετα μεταξύ τους. […] Τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ σχηματίζει γνώμη χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ΄ ὄψιν του τὰ μέτρα, δὲν μπορεῖ νἆναι τὸ ἴδιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ κρίνει σύμφωνα μὲ τὰ μέτρα;
-Δὲν μπορεῖ βέβαια.
-Ἀλλὰ τὸ μέρος τῆς ψυχῆς ποὺ πιστεύει στὸ λογαριασμὸ καὶ στὸ μέτρο θἆναι τὸ καλλίτερο.
-Ἀσφαλῶς.
-Ὥστε τὸ ἀντίθετό του θἆναι κάποιο ἀπὸ ταὰ ταπεινότερα μέρη τῆς ψυχῆς μας.
-Κατ’ ἀνάγκην.
-Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελα νὰ συμφωνήσουμε ἀκριβῶς σ’ αὐτό, ἔλεγα πρωτύτερα ὅτι ἡ ζωγραφικὴ καὶ γενικὰ ἡ μιμητικὴ δημιουργεῖ τὸ ἔργο της ἔτσι, ὥστε νἆναι πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, συναναστρέφεται δὲ μὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς ψυχῆς μας ποὺ εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὴ φρόνησι καὶ γίνεται συντρόφισσα καὶ φίλη του, καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν συνεργασία δὲν προέρχεται τίποτα τὸ σωστὸ καὶ τὸ ἀληθινό.
-Πολὺ σωστὸ αὐτό.
-Ὥστε ἡ μιμητικὴ ποὺ εἶναι φαύλη συνενοῦται μὲ φαῦλο καὶ γεννᾷ φαῦλα.
-Ἐτσι.
-Καὶ μόνο ἡ μιμητικὴ ποὺ ἀπευθύνεται στὴν ὅρασι εἶναι τέτοια, ἢ καὶ ἐκείνη ποὺ ἀπευθύνεται στὴν ἀκοὴ καὶ ποὺ ἐμεῖς τὴν ὀνομάζουμε ποίησι;
-Φυσικὰ καὶ ἐκείνη τέτοια θἆναι.
-Ἂς μὴ βγάλωμε ὅμως συμπεράσματα στηριγμένοι μόνο στὴν ἀναλογία της πρὸς τὴ ζωγραφική, ἀλλὰ ἂς ἔρθουμε στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς διανοίας, μὲ τὸ ὁποῖο ἡ μιμητικὴ τῆς ποιήσεως βρίσκεται σὲ ἰδιαίτερες φιλικὲς σχέσεις, καὶ ἂς ἰδοῦμε ἂν αὐτὸ ᾖναι φαῦλο ἢ σπουδαῖο.
-Πρέπει νὰ γίνῃ αὐτό.
-Ὥστε ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀντίδρασι δὲν εἶναι ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ὁ νόμος; καὶ ἐκεῖνο ποὺ τραβᾷ στὴ λύπη δὲν εἶναι τὸ πάθος;
-Ἀλήθεια.
-Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἄνθρωπο παρουσιάζωνται δύο ἀντίθετες φορὲς ταὐτοχρόνως ὡς πρὸς τὸ ἴδιο ζήτημα, τότε λέμε πὼς ἀναγκαστικὰ ὑπάρχουν μέσα του καὶ δύο χωριστὲς δυνάμεις.
-Πῶς θὰ εἰποῦμε ὄχι;
-Ἡ μία δύναμι λοιπὸν δὲν εἶναι πρόθυμη νὰ ὑπακούῃ στὸ νόμο σὲ ὅ,τιδήποτε αὐτὸς ὁρίζει;
-Πῶς;
-Λέει, νομίζω, ὁ νόμος ὅτι τὸ καλλίτερο πρᾶγμα ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε στὶς συμφορές μας, εἶναι νὰ μένουμε ὅσο μποροῦμε περισσώτερο ἀτάραχοι, καὶ νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε […]
Κι ἔτσι πιὰ μὲ τὸ δίκῃο μας δὲν θὰ τὸν δεχθοῦμε στὴν πόλι μας ποὺ πρόκειται νὰ κυβερνᾷται μὲ καλοὺς νόμους, ἀφοῦ διεγείρει καὶ ἀνατρέφει αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ψυχῆς (τὸ κατώτερο), καί, δίνοντάς του μεγάλη δύναμι, καταστρέφει τὸ λογιστικὸ μέρος, ἀκριβῶς ὅπως σὲ μιὰ πόλι, ἅμα κανείς, δίνοντας δύναμι στοὺς κακούς, τοὺς παραδίνει τὴν πόλι καὶ καταστρέφει τοὺς φρονιμώτερους. Τὸ ἴδιο θὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν μιμητικὸ ποιητή, ὅτι φυτεύει στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πολίτη μιὰ κακὴ πολιτεία, γιατὶ ὑποχωρεῖ στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀνοήτου μέρους τῆς ψυχῆς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίζῃ οὔτε τὰ μεγαλύτερα οὔτε τὰ μικρότερα, ἀλλὰ τὰ ἴδια ἀκριβῶς πράγματα ἄλλοτε τὰ νομίζει μεγάλα κὶ ἄλλοτε μικρά, κι ἀκόμα γιατὶ εἰδωλοποιεῖ εἴδωλα ποὺ βρίσκονται σὲ ἀφάνταστα μακρυνὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια.
-Ἐπικρατεῖ ἡ ἀκόλουθη κατάστασι: Οἱ ἐπιτήδειοι καὶ οἱ ἄδικοι ἐνεργοῦν ὅπως καὶ οἱ δρομεῖς έκεῖνοι ποὺ εὔκολα τρέχουν κατὰ τὴν ἐκκίνησι, ὄχι ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους (στὸ ἀγώνισμα «δίαυλος»). Στὴν ἀρχὴ πηδοῦν μὲ μεγάλη ὁρμητικότητα, στὸ τέλος ὅμως γίνονται γελοῖοι καὶ μὲ τ’ αὐτιὰ κατεβασμένα ἕως τοῦς ὤμους, φεύγουν ἀπ’τὸ στίβο ἀστεφάνωτοι. Οἱ πραγματικοὶ ὅμως ἀθληταὶ τοῦ δρόμου φθανουν ὡς τὸ τέλος καὶ παίρνουν τὰ βραβεῖα καὶ στεφανώνονται. Ἔτσι δὲν γίνεται συνήθως καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικαίους; Στὸ τέλος κάθε πράξεως καὶ συναναστροφῆς τῆς ζωῆς τους δὲν ἐκτιμῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν παίρνουν τὰ βραβεῖα τους;
-Βέβαια.
-Οἱ δίκαιοι, ἅμα προχωρήσουν στὴν ἡλικία, μέσα στὴν πόλι τους θὰ πάρουν ἀξιώματα ἂν θέλουν, θὰ πάρουν γυναῖκες ἀπ’ ὅ,που θέλουν καὶ παντρεύουν τὰ κορίτσια τους μὲ ἐκείνους ποὺ θέλουν, καὶ γενικὰ ὅσα ἔλεγες ἐσὺ γιὰ τοὺς ἀδίκους, ἐγὼ τώρα τὰ λέω γιὰ τοὺς δικαίους. Γιὰ τοὺς ἀδίκους ἐξ ἄλλου θὰ πῶ ὅτι οἱ περισσώτεροί τους, καὶ ἂν ἀκόμη στὴ νεανική τους ἡλικία κατορθώσουν νὰ κρυφτοῦν πὼς εἶναι τέτοιοι, πιάνονται στὸ τέλος τοῦ δρόμου καὶ γελοιοποιοῦνται, καὶ ἅμα γεράσουν γίνονται ἐλεεινοί, τοὺς περιφρονοῦν καὶ οἱ ξένοι καὶ οἱ ντόπιοι, μαστιγώνονται δημοσίως καὶ ὑφίστανται στρεβλώσεις καὶ ἐγκαύματα.
«Σᾶς ὁμιλεῖ ἡ παρθένος Λάχεσις, ἡ κόρη τῆς Ἀνάγκης. Ψυχὲς ἐφήμερες, ἀρχίζει γιὰ τὸ θνητὸ γένος μιὰ ἄλλη περίοδος ζωῆς ποὺ θὰ καταλήξῃ στὸ θάνατο. Δὲν θὰ σᾶς πάρῃ ἡ τύχη μὲ κλῆρο, ἀλλὰ ἐσεῖς θὰ διαλέξετε τὴν τύχη σας. Ἐκεῖνος ποὺ ὁ κλῆρος του θὰ βγῇ πρῶτος, ἂς διαλέξῃ πρῶτος τὴ ζωή του, ποὺ ἀναγκαστικὰ θ’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ Ἀρετὴ εἶναι κτῆμα ἀδέσποτο. Ἀνάλογα πρὸς τὴν ἐκτίμησι ἢ τὴν περιφρόνησι ποὺ θὰ τῆς δείξῃ ὁ καθένας σας, θὰ πάρῃ καὶ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο μερίδιο. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐκλέγει. Ὁ θεός εἶναι ἀνεύθυνος.»
-Ποιά;
-Τὸ νὰ μὴ δεχθοῦμε μὲ κανέναν τρόπο τὸ μιμητικό της μέρος. Γιατί, νομίζω, τώρα ποὺ ξεχωρίσαμε τὰ διάφορα εἴδη τῆς ψυχῆς, φαίνεται καθαρώτερα πὼς περισσώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν.
-Πώς τὸ ἐννοεῖς αὐτό;
-Ἡ μίμησι εἶναι λέπρα στὴ διάνοια τῶν ἀκροατῶν ποὺ δὲν ἔχουν σἂν ἀντιφάρμακο τὴν ἀκριβῆ γνῶσι τοῦ τί εἶναι αὐτά.
-Κατὰ ποιόν τρόπο σκεπτόμενος φτάνεις σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα;
-Πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, ἂν καὶ μὲ ἐμποδίζει νὰ τὸ πῶ μιὰ φιλία καὶ σεβασμὸς πρὸς τὸν Ὅμηρο, ποὺ μὲ κατέχουν ἀπὸ μικρὸ παιδί. Γιατὶ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε πρῶτος δάσκαλος καὶ ἄρχηγὸς ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν τραγικῶν ποιητῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ προτιμᾷται ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὴν ἀλήθεια καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ πῶ αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ.
-Βεβαιότατα
[…]
Νὰ παραδεχθοῦμε λοιπόν, κάνοντας ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, ὅτι ὅλοι οἱ ποιηταὶ εἶναι ἁπλοὶ μιμηταὶ τῶν Εἰδώλων τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦν, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴν ἐγγίζουν καθόλου, καὶ εἶναι ὅπως ὁ ζωγράφος, ποὺ χωρὶς νὰ ξέρῃ τίποτε γιὰ τὴν τέχνη τοῦ σκυτοτόμου, θὰ κατασκευάσῃ ἕναν ποὺ νὰ φαίνεται πὼς εἶναι σκυτοτόμος.
-Τὰ ἴδια ἀντικείμενα φαίνονται καὶ καμπυλόγραμμα καὶ εὐθύγραμμα, ὅταν τὰ βλέπουμε μέσα στὸ νερό ἢ ἔξῳ ἀπ’ αὐτό, φαίνονται ἀκόμα καὶ μὲ προεξοχὲς καὶ μὲ βαθουλώματα, ἐξ αἰτίας ταῆς ἀπάτης ποὺ παθαίνει ἡ ὄρασι ὡς πρὸς τὰ χρώματα, καὶ εἶναι φανερὸ πὼς αὐτὴ ἡ ὀφθαλμαπάτη φέρνει μέσα στὴν ψυχή μας ταραχή. Αὐτὴ λοιπὸν τὴ φυσική μας ἀτέλεια χρησιμοποιεῖ ἡ σκιαγραφία, καὶ τόσο αὐτὴ ὅσο καὶ ἡ θαυματοποιΐα καὶ οἱ ἄλλες παρόμοιες τέχνες, δὲν ἀφίνουν καμμιὰ μαγεία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἐξασκήσουν εἰς βάρος μας.
-Ἀλήθεια.
-Τὸ μέτρημα ὅμως καὶ ἡ ἀρίθμησι καὶ τὸ ζύγισμα δὲν μᾶς ἐφάνηκαν οἱ πολυτιμότεροι βοηθοὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πλάνης, ὥστε νὰ μὴν ἐπικρατεῖ μέσα μας ἐκεῖνο ποὺ φαίνεται μεγαλύτερο ἢ μικρότερο ἢ περισσώτερο ἢ βαρύτερο ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ λογαριάζει καὶ μετράει καὶ ζυγίζει;
-Βεβαιότατα.
-Αὐτὸ ὅμως θἆναι δουλειὰ τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς μας.
-Ἀκριβῶς αὐτοῦ.
-Στὸ λογιστικὸ ὅμως αὐτὸ πολλὲς φορές, ἀφοῦ μετρήσῃ καὶ σημειώσῃ ὅτι μερικὰ πράγματα εἶναι μεγαλύτερα ἢ μικρότερα ἀπὸ ἄλλα ἢ ἴσα μεταξύ τους, φαίνονται τὰ ἴδια πράγματα τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ἀντίθετα μεταξύ τους. […] Τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ σχηματίζει γνώμη χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ΄ ὄψιν του τὰ μέτρα, δὲν μπορεῖ νἆναι τὸ ἴδιο μὲ ἐκεῖνο ποὺ κρίνει σύμφωνα μὲ τὰ μέτρα;
-Δὲν μπορεῖ βέβαια.
-Ἀλλὰ τὸ μέρος τῆς ψυχῆς ποὺ πιστεύει στὸ λογαριασμὸ καὶ στὸ μέτρο θἆναι τὸ καλλίτερο.
-Ἀσφαλῶς.
-Ὥστε τὸ ἀντίθετό του θἆναι κάποιο ἀπὸ ταὰ ταπεινότερα μέρη τῆς ψυχῆς μας.
-Κατ’ ἀνάγκην.
-Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελα νὰ συμφωνήσουμε ἀκριβῶς σ’ αὐτό, ἔλεγα πρωτύτερα ὅτι ἡ ζωγραφικὴ καὶ γενικὰ ἡ μιμητικὴ δημιουργεῖ τὸ ἔργο της ἔτσι, ὥστε νἆναι πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, συναναστρέφεται δὲ μὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς ψυχῆς μας ποὺ εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὴ φρόνησι καὶ γίνεται συντρόφισσα καὶ φίλη του, καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν συνεργασία δὲν προέρχεται τίποτα τὸ σωστὸ καὶ τὸ ἀληθινό.
-Πολὺ σωστὸ αὐτό.
-Ὥστε ἡ μιμητικὴ ποὺ εἶναι φαύλη συνενοῦται μὲ φαῦλο καὶ γεννᾷ φαῦλα.
-Ἐτσι.
-Καὶ μόνο ἡ μιμητικὴ ποὺ ἀπευθύνεται στὴν ὅρασι εἶναι τέτοια, ἢ καὶ ἐκείνη ποὺ ἀπευθύνεται στὴν ἀκοὴ καὶ ποὺ ἐμεῖς τὴν ὀνομάζουμε ποίησι;
-Φυσικὰ καὶ ἐκείνη τέτοια θἆναι.
-Ἂς μὴ βγάλωμε ὅμως συμπεράσματα στηριγμένοι μόνο στὴν ἀναλογία της πρὸς τὴ ζωγραφική, ἀλλὰ ἂς ἔρθουμε στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς διανοίας, μὲ τὸ ὁποῖο ἡ μιμητικὴ τῆς ποιήσεως βρίσκεται σὲ ἰδιαίτερες φιλικὲς σχέσεις, καὶ ἂς ἰδοῦμε ἂν αὐτὸ ᾖναι φαῦλο ἢ σπουδαῖο.
-Πρέπει νὰ γίνῃ αὐτό.
-Ὥστε ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀντίδρασι δὲν εἶναι ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ὁ νόμος; καὶ ἐκεῖνο ποὺ τραβᾷ στὴ λύπη δὲν εἶναι τὸ πάθος;
-Ἀλήθεια.
-Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἄνθρωπο παρουσιάζωνται δύο ἀντίθετες φορὲς ταὐτοχρόνως ὡς πρὸς τὸ ἴδιο ζήτημα, τότε λέμε πὼς ἀναγκαστικὰ ὑπάρχουν μέσα του καὶ δύο χωριστὲς δυνάμεις.
-Πῶς θὰ εἰποῦμε ὄχι;
-Ἡ μία δύναμι λοιπὸν δὲν εἶναι πρόθυμη νὰ ὑπακούῃ στὸ νόμο σὲ ὅ,τιδήποτε αὐτὸς ὁρίζει;
-Πῶς;
-Λέει, νομίζω, ὁ νόμος ὅτι τὸ καλλίτερο πρᾶγμα ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε στὶς συμφορές μας, εἶναι νὰ μένουμε ὅσο μποροῦμε περισσώτερο ἀτάραχοι, καὶ νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε […]
Κι ἔτσι πιὰ μὲ τὸ δίκῃο μας δὲν θὰ τὸν δεχθοῦμε στὴν πόλι μας ποὺ πρόκειται νὰ κυβερνᾷται μὲ καλοὺς νόμους, ἀφοῦ διεγείρει καὶ ἀνατρέφει αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ψυχῆς (τὸ κατώτερο), καί, δίνοντάς του μεγάλη δύναμι, καταστρέφει τὸ λογιστικὸ μέρος, ἀκριβῶς ὅπως σὲ μιὰ πόλι, ἅμα κανείς, δίνοντας δύναμι στοὺς κακούς, τοὺς παραδίνει τὴν πόλι καὶ καταστρέφει τοὺς φρονιμώτερους. Τὸ ἴδιο θὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν μιμητικὸ ποιητή, ὅτι φυτεύει στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πολίτη μιὰ κακὴ πολιτεία, γιατὶ ὑποχωρεῖ στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀνοήτου μέρους τῆς ψυχῆς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίζῃ οὔτε τὰ μεγαλύτερα οὔτε τὰ μικρότερα, ἀλλὰ τὰ ἴδια ἀκριβῶς πράγματα ἄλλοτε τὰ νομίζει μεγάλα κὶ ἄλλοτε μικρά, κι ἀκόμα γιατὶ εἰδωλοποιεῖ εἴδωλα ποὺ βρίσκονται σὲ ἀφάνταστα μακρυνὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια.
-Ἐπικρατεῖ ἡ ἀκόλουθη κατάστασι: Οἱ ἐπιτήδειοι καὶ οἱ ἄδικοι ἐνεργοῦν ὅπως καὶ οἱ δρομεῖς έκεῖνοι ποὺ εὔκολα τρέχουν κατὰ τὴν ἐκκίνησι, ὄχι ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους (στὸ ἀγώνισμα «δίαυλος»). Στὴν ἀρχὴ πηδοῦν μὲ μεγάλη ὁρμητικότητα, στὸ τέλος ὅμως γίνονται γελοῖοι καὶ μὲ τ’ αὐτιὰ κατεβασμένα ἕως τοῦς ὤμους, φεύγουν ἀπ’τὸ στίβο ἀστεφάνωτοι. Οἱ πραγματικοὶ ὅμως ἀθληταὶ τοῦ δρόμου φθανουν ὡς τὸ τέλος καὶ παίρνουν τὰ βραβεῖα καὶ στεφανώνονται. Ἔτσι δὲν γίνεται συνήθως καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικαίους; Στὸ τέλος κάθε πράξεως καὶ συναναστροφῆς τῆς ζωῆς τους δὲν ἐκτιμῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν παίρνουν τὰ βραβεῖα τους;
-Βέβαια.
-Οἱ δίκαιοι, ἅμα προχωρήσουν στὴν ἡλικία, μέσα στὴν πόλι τους θὰ πάρουν ἀξιώματα ἂν θέλουν, θὰ πάρουν γυναῖκες ἀπ’ ὅ,που θέλουν καὶ παντρεύουν τὰ κορίτσια τους μὲ ἐκείνους ποὺ θέλουν, καὶ γενικὰ ὅσα ἔλεγες ἐσὺ γιὰ τοὺς ἀδίκους, ἐγὼ τώρα τὰ λέω γιὰ τοὺς δικαίους. Γιὰ τοὺς ἀδίκους ἐξ ἄλλου θὰ πῶ ὅτι οἱ περισσώτεροί τους, καὶ ἂν ἀκόμη στὴ νεανική τους ἡλικία κατορθώσουν νὰ κρυφτοῦν πὼς εἶναι τέτοιοι, πιάνονται στὸ τέλος τοῦ δρόμου καὶ γελοιοποιοῦνται, καὶ ἅμα γεράσουν γίνονται ἐλεεινοί, τοὺς περιφρονοῦν καὶ οἱ ξένοι καὶ οἱ ντόπιοι, μαστιγώνονται δημοσίως καὶ ὑφίστανται στρεβλώσεις καὶ ἐγκαύματα.
«Σᾶς ὁμιλεῖ ἡ παρθένος Λάχεσις, ἡ κόρη τῆς Ἀνάγκης. Ψυχὲς ἐφήμερες, ἀρχίζει γιὰ τὸ θνητὸ γένος μιὰ ἄλλη περίοδος ζωῆς ποὺ θὰ καταλήξῃ στὸ θάνατο. Δὲν θὰ σᾶς πάρῃ ἡ τύχη μὲ κλῆρο, ἀλλὰ ἐσεῖς θὰ διαλέξετε τὴν τύχη σας. Ἐκεῖνος ποὺ ὁ κλῆρος του θὰ βγῇ πρῶτος, ἂς διαλέξῃ πρῶτος τὴ ζωή του, ποὺ ἀναγκαστικὰ θ’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ Ἀρετὴ εἶναι κτῆμα ἀδέσποτο. Ἀνάλογα πρὸς τὴν ἐκτίμησι ἢ τὴν περιφρόνησι ποὺ θὰ τῆς δείξῃ ὁ καθένας σας, θὰ πάρῃ καὶ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο μερίδιο. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐκλέγει. Ὁ θεός εἶναι ἀνεύθυνος.»